Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Ματωμένος Έρωτας - Γιώργος Πολ. Παπαδάκης


EKΔOΣEIΣ ΒΙΒΛΙΩΝ

Ν. Πλαστήρα 202 - 135 62, Άγιοι Ανάργυροι

Tηλ. & Fax: 210-26. 17. 648

www.ekdoseisdromon.gr

ekdoseisdromon@gmail.com

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ:
Γιώργος Πολ. Παπαδάκης
ΤΙΤΛΟΣ:
Ματωμένος Έρωτας (Αστυνομικό ερωτικό θρίλερ)
ΣΕΛΙΔΕΣ:
248 ΤΙΜΗ: 15 €
ΕΚΔΟΣΕΙΣ:
“ΔΡΟΜΩΝ” ISBN: 978-960-694-147-4
Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις «
ΔΡΟΜΩΝ» το βιβλίο του συγγραφέα Γιώργου Πολ.
Παπαδάκη

με τίτλο: Ματωμένος Έρωτας (Αστυνομικό ερωτικό θρίλερ).
Μια μοιραία γυναίκα μεταμορφώνει τη ζωή του Σταύρου Σταρόπουλου σε κόλαση. Η

αγάπη του για εκείνη κορυφώνεται μέσα από την εξέλιξη μιας συναρπαστικής περιπέτειας,

όπου το πάθος για εκδίκηση και το αβυσσαλέο μίσος καλύπτεται με το μανδύα του έρωτα.

“Τόση λίγη, λοιπόν, είναι η αγάπη που δεν φτάνει για όλους;” αναρωτιέται ο συγγραφέας.

Η έντονη δράση, το σασπένς, οι γλαφυρές περιγραφές αλλά και οι εσωτερικές αναζητήσεις,

αναδεικνύουν αυτό το ερωτικό θρίλερ σε μια ιστορία όπου ο ανθρώπινος πόνος αναζητά λύ-

τρωση και η αγάπη ένα καταφύγιο. Οι ανατροπές καθηλώνουν κι οι εσωτερικές συγκρούσεις

των ηρώων, μέσα από ψυχολογικές προεκτάσεις κι εντάσεις, καθιστούν την ιστορία

συναρπαστική, με την αγωνία να κορυφώνεται σε κάθε του σελίδα.

Ένας βαθύς, μαύρος ύπνος - Πωλ Βερλαίν



Ένας βαθύς, μαύρος ύπνος

πέφτει απάνω στη ζωή μου.

Κάθ' ελπίδα μου, κοιμήσου.

Κάθε αποθυμιά μου κοίμου.



Τίποτε δε βλέπω πια,
χάνονται όλα μες στη λήθη

το καλό και το κακό...

Ω θλιμμένο παραμύθι!



Είμαι σα μια κούνια

που ένα χέρι την κουνάει

στην κρυφή σπηλιά.

Σιωπή!... μιλιά!...

 

Μερικά αποφθέγματα...



Διαδρομή - Ελένη Τομπέα (Word Chimes)


Διαλέγω το δρόμο το μακρύ
κάθε βήμα και μια νέα προσμονή
Η φτέρνα μου να προσκυνάει το χώμα
το πνεύμα μου να αγναντεύει τα αιώνια

Τις πέτρες που με ρίχνουν θα μαζεύω
βαρύ φορτίο στις τσέπες μου συλλέγω
 
Μα δύναμη στα πόδια μου θα βάζω
τον κόπο αυτόν με τόλμη δεν αλλάζω

Και όσους μπορώ μαζί μου θα τραβώ
πολλά χέρια να έχω να κρατώ

Γιατί κάθε ταξίδι χωρίς συνοδοιπόρο
σε μενα έμοιαζε πάντοτε μισό.


 

Νίκος Καρούζος - Εικόνα



Πῶς δοκιμάζουν τὰ ὄργανα οἱ μουσικοὶ πρὶν ἀπὸ ἔναρξη συναυλίας
ἔτσι κι ἐγὼ τώρα χειριζόμενος λέξεις

εὐαισθητισμὸς εὐαισθησία αἰσθητισμὸς
εὐαισθησία καὶ αἰσθητῆς τὸ εὐαίσθητον
εὐαισθησιακὸς εὐαισθησιάζομαι εὐαισθησιασμὸς
εὖ καὶ αἰσθητικὸς καὶ αἰσθησιακὸς
αἰσθαντικὸς ἴσως
αἰσθ-ἴσως αἰσθαν-ἴσως
αἰσθ-ἀδελφέ μου καὶ Ἐσθὴρ ἀπ᾿ τὴ Βίβλο

ἀρχίζει μὲ χειροκροτήματα τὸ ποίημα.








Πηγή

Η 17η - 18η σκηνή του θεατρικού του Νίκου Λυγερού "Ο άνθρωπος χωρίς όνειρα"




Η ουσία του ανούσιου
Στην αγορά.


Αγαθή: Τα κατάφερες.
Μυρσίνη: Με κομμένη την ανάσα. Στο τσακ...
Αγαθή: Ακόμα δεν ξέρω τι να βάλω.
Μυρσίνη: Θέλεις κάτι επίσημο;
Αγαθή: Ε, όχι και πολύ!
Μυρσίνη: Καλώς... Χρόνος. Πάρε και τη μετάφραση, μην την ξεχάσουμε μετά.
Αγαθή: Τα σκέφτηκες όλα! Να ’σαι καλά!
Μυρσίνη: Τίποτα! Χρόνος. Λοιπόν, φούστα ή παντελόνι;
Αγαθή: Δεν ξέρω τι ταιριάζει περισσότερο. Για πες μου εσύ που ξέρεις κι από καλλιτεχνικά.
Μυρσίνη: Μάλλον φούστα για τέτοια συναυλία.
Αγαθή: Θέλω ν’ αρέσει και στον Άγγελο...
Μυρσίνη: Αλλιώς δεν θα την πάρουμε.
Αγαθή: Ωραία! Πού πάμε;
Μυρσίνη: Στάσου να σκεφτώ.
Αγαθή: Τι να σκεφτείς; Στο Κολονάκι!
Μυρσίνη: Στο Κολονάκι;
Αγαθή: Πού αλλού; Θα ’ρθουν μετά όλες οι καρακάξες που θα είναι πιο όμορφες...
Μυρσίνη: Καλά, καλά... Κατάλαβα... Πάμε στο Κολονάκι να φάμε τις καρακάξες!
Αγαθή: Είσαι αετός!
Μυρσίνη: Αν μ’ έβλεπε ο Μιχάλης!
Αγαθή: Τι θα έλεγε;
Μυρσίνη: Τι θα έγραφε θες να πεις!
Αγαθή: Οι αετίνες και οι καρακάξες... Χρόνος. Αυτό μπορώ να το αντέξω.
Μυρσίνη: Είσαι απίστευτη! Άντε πάμε!

Ξεκινώντας τη μέρα με Henry James...

Πάντα με ενδιέφεραν οι άνθρωποι, αλλά ποτέ δεν μου άρεσαν.

Καλό σαββατοκύριακο!


Τοπία φτιαγμένα από… κορνφλέικς!

Ο 45χρονος Αμερικανός καλλιτέχνης Ernie Button δημιούργησε μια σειρά από βρώσιμα… τοπία, χρησιμοποιώντας όλων των ειδών τα δημητριακά τόσο σε σχήμα όσο και σε αποχρώσεις.
perierga.gr - Βρώσιμα... τοπία φτιαγμένα από κορνφλέικς!
Cheerios, ολικής αλέσεως, ροδέλες αλλά και κλασικές νιφάδες δημητριακών επιστρατεύτηκαν προκειμένου να κάνουν τη φαντασία του καλλιτέχνη πράξη, και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία.
perierga.gr - Βρώσιμα... τοπία φτιαγμένα από κορνφλέικς!
«Ζω χρόνια στη Αριζόνα και παρατήρησα ότι πολλά χρώματα της ερήμου αλλά και συγκεκριμένα τοπία της φύσης παραπέμπουν στα… κορνφλέικς. Κάπως έτσι μου ήρθε η ιδέα των βρώσιμων πινάκων», επεξηγεί ο Ernie.

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Διάφορες διαφορές - mesologitisa


πόνος στην ηδονή σου
θολός στην καθαρότητα σου
καθήκον στο δικαίωμά σου
κίβδηλος στην γνησιότητα σου
λαθραίος στο φανερό σου
λήθη στην μνήμη σου
μοναξιά στην συντροφιά σου
προσωρινός στην μονιμότητα σου
διάψευση στην απόδειξη σου
νοθευμένος στην αγνότητά σου
ταπεινός στην περηφάνια σου
φθόνος στην αγάπη σου
λίγος στο πολύ σου!!!


 

Τὸ Μυρολόγι τῆς φώκιας - Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Κάτω ἀπὸ τὸν κρημνόν, ὁποὺ βρέχουν τὰ κύματα, ὅπου κατέρχεται τὸ μονοπάτι, τὸ ἀρχίζον ἀπὸ τὸν ἀνεμόμυλον τοῦ Μαμογιάννη, ὁποὺ ἀντικρύζει τὰ Μνημούρια, καὶ δυτικῶς, δίπλα εἰς τὴν χαμηλὴν προεξοχὴν τοῦ γιαλοῦ, τὴν ὁποίαν τὰ μαγκόπαιδα τοῦ χωρίου, ὁποὺ δὲν παύουν ἀπὸ πρωίας μέχρις ἑσπέρας, ὅλον τὸ θέρος, νὰ κολυμβοῦν ἐκεῖ τριγύρω, ὀνομάζουν τὸ Κοχύλι ―φαίνεται νὰ ἔχῃ τοιοῦτον σχῆμα― κατέβαινε τὸ βράδυ-βράδυ ἡ γρια-Λούκαινα, μία χαροκαμένη πτωχὴ γραῖα, κρατοῦσα ὑπὸ τὴν μασχάλην μίαν ἀβασταγήν, διὰ νὰ πλύνῃ τὰ μάλλινα σινδόνια της εἰς τὸ κῦμα τὸ ἁλμυρόν, εἶτα νὰ τὰ ξεγλυκάνῃ εἰς τὴν μικρὰν βρύσιν, τὸ Γλυφονέρι, ὁποὺ δακρύζει ἀπὸ τὸν βράχον τοῦ σχιστολίθου, καὶ χύνεται ἠρέμα εἰς τὰ κύματα. Κατέβαινε σιγὰ τὸν κατήφορον, τὸ μονοπάτι, καὶ μὲ ψίθυρον φωνὴν ἔμελπεν ἓν πένθιμον βαθὺ μυρολόγι, φέρουσα ἅμα τὴν παλάμην εἰς τὸ μέτωπόν της, διὰ νὰ σκεπάσῃ τὰ ὄμματα ἀπὸ τὸ θάμβος τοῦ ἡλίου, ὁποὺ ἐβασίλευεν εἰς τὸ βουνὸν ἀντικρύ, κ᾽ αἱ ἀκτῖνές του ἐθώπευον κατέναντί της τὸν μικρὸν περίβολον καὶ τὰ μνήματα τῶν νεκρῶν, πάλλευκα, ἀσβεστωμένα, λάμποντα εἰς τὰς τελευταίας του ἀκτῖνας.
Ἐνθυμεῖτο τὰ πέντε παιδιά της, τὰ ὁποῖα εἶχε θάψει εἰς τὸ ἁλώνι ἐκεῖνο τοῦ χάρου, εἰς τὸν κῆπον ἐκεῖνον τῆς φθορᾶς, τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο, πρὸ χρόνων πολλῶν, ὅταν ἦτο νέα ἀκόμη. Δύο κοράσια καὶ τρία ἀγόρια, ὅλα εἰς μικρὰν ἡλικίαν τῆς εἶχε θερίσει ὁ χάρος ὁ ἀχόρταστος.
Τελευταῖον ἐπῆρε καὶ τὸν ἄνδρα της, καὶ τῆς εἶχον μείνει μόνον δύο υἱοί, ξενιτευμένοι τώρα· ὁ εἷς εἶχεν ὑπάγει, τῆς εἶπον, εἰς τὴν Αὐστραλίαν, καὶ δὲν εἶχε στείλει γράμμα ἀπὸ τριῶν ἐτῶν· αὐτὴ δὲν ἤξευρε τί εἶχεν ἀπογίνει· ὁ ἄλλος ὁ μικρότερος ἐταξίδευε μὲ τὰ καράβια ἐντὸς τῆς Μεσογείου, καὶ κάποτε τὴν ἐνθυμεῖτο ἀκόμη. Τῆς εἶχε μείνει καὶ μία κόρη, ὑπανδρευμένη τώρα, μὲ μισὴν δωδεκάδα παιδιά.
Πλησίον αὐτῆς, ἡ γρια-Λούκαινα ἐθήτευε τώρα, εἰς τὸ γῆράς της, καὶ δι᾿ αὐτὴν ἐπήγαινε τὸν κατήφορον, τὸ μονοπάτι, διὰ νὰ πλύνῃ τὰ χράμια καὶ ἄλλα διάφορα σκουτιὰ εἰς τὸ κῦμα τὸ ἁλμυρόν, καὶ νὰ τὰ ξεγλυκάνῃ στὸ Γλυφονέρι.
Ἡ γραῖα ἔκυψεν εἰς τὴν ἄκρην χθαμαλοῦ, θαλασσοφαγωμένου βράχου, καὶ ἤρχισε νὰ πλύνῃ τὰ ροῦχα. Δεξιά της κατήρχετο ὁμαλώτερος, πλαγιαστός, ὁ κρημνὸς τοῦ γηλόφου, ἐφ᾿ οὗ ἦτο τὸ Κοιμητήριον, καὶ εἰς τὰ κλίτη τοῦ ὁποίου ἐκυλίοντο ἀενάως πρὸς τὴν θάλασσαν τὴν πανδέγμονα τεμάχια σαπρῶν ξύλων ἀπὸ ξεχώματα, ἤτοι ἀνακομιδὰς ἀνθρωπίνων σκελετῶν, λείψανα ἀπὸ χρυσὲς γόβες ἢ χρυσοκέντητα ὑποκάμισα νεαρῶν γυναικῶν, συνταφέντα ποτὲ μαζί των, βόστρυχοι ἀπὸ κόμας ξανθάς, καὶ ἄλλα τοῦ θανάτου λάφυρα. Ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς της, ὀλίγον πρὸς τὰ δεξιά, ἐντὸς μικρᾶς κρυπτῆς λάκκας, παραπλεύρως τοῦ Κοιμητηρίου, εἶχε καθίσει νεαρὸς βοσκός, ἐπιστρέφων μὲ τὸ μικρὸν κοπάδι του ἀπὸ τοὺς ἀγρούς, καί, χωρὶς ν᾿ ἀναλογισθῇ τὸ πένθιμον τοῦ τόπου, εἶχε βγάλει τὸ σουραύλι ἀπὸ τὸ μαρσίπιόν του, καὶ ἤρχισε νὰ μέλπῃ φαιδρὸν ποιμενικὸν ᾆσμα. Τὸ μυρολόγι τῆς γραίας ἐκόπασεν εἰς τὸν θόρυβον τοῦ αὐλοῦ, καὶ οἱ ἐπιστρέφοντες ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς τὴν ὥραν ἐκείνην ―εἶχε δύσει ἐν τῷ μεταξὺ ὁ ἥλιος― ἤκουον μόνον τὴν φλογέραν, κ᾿ ἐκοίταζον νὰ ἴδωσι ποῦ ἦτο ὁ αὐλητής, ὅστις δὲν ἐφαίνετο, κρυμμένος μεταξὺ τῶν θάμνων, μέσα εἰς τὸ βαθὺ κοίλωμα τοῦ κρημνοῦ.
*
* *
Μία γολέτα ἦτο σηκωμένη στὰ πανιά, κ᾿ ἔκαμνε βόλτες ἐντὸς τοῦ λιμένος. Ἀλλὰ δὲν ἔπαιρναν* τὰ πανιά της, καὶ δὲν ἔκαμπτε ποτὲ τὸν κάβον τὸν δυτικόν. Μία φώκη, βόσκουσα ἐκεῖ πλησίον, εἰς τὰ βαθιὰ νερά, ἤκουσεν ἴσως τὸ σιγανὸν μυρολόγι τῆς γραίας, κ᾿ ἐθέλχθη ἀπὸ τὸν θορυβώδη αὐλὸν τοῦ μικροῦ βοσκοῦ, καὶ ἦλθε παραέξω, εἰς τὰ ρηχά, κ᾿ ἐτέρπετο εἰς τὸν ἦχον, κ᾿ ἐλικνίζετο εἰς 〈τὰ〉 κύματα. Μία μικρά κόρη, ἦτο ἡ μεγαλυτέρα ἐγγονὴ τῆς γραίας, ἡ Ἀκριβούλα, ἐννέα ἐτῶν, ἴσως τὴν εἶχε στείλει ἡ μάννα της, ἢ μᾶλλον εἶχε ξεκλεφθῆ ἀπὸ τὴν ἄγρυπνον ἐπιτήρησίν της, καὶ μαθοῦσα ὅτι ἡ μάμμη εὑρίσκετο εἰς τὸ Κοχύλι, πλύνουσα εἰς τὸν αἰγιαλόν, ἦλθε νὰ τὴν εὕρῃ, διὰ νὰ παίξῃ ὀλίγον εἰς τὰ κύματα. Ἀλλὰ δὲν ἤξευρεν ὅμως πόθεν ἤρχιζε τὸ μονοπάτι, ἀπὸ τοῦ Μαμογιάννη τὸν μύλον, ἀντικρὺ στὰ Μνημούρια, καὶ ἅμα ἤκουσε τὴν φλογέραν, ἐπῆγε πρὸς τὰ ἐκεῖ καὶ ἀνεκάλυψε τὸν κρυμμένον αὐλητήν· καὶ ἀφοῦ ἐχόρτασε ν᾿ ἀκούῃ τὸ ὄργανόν του καὶ νὰ καμαρώνῃ τὸν μικρὸν βοσκόν, εἶδεν ἐκεῖ που, εἰς τὴν ἀμφιλύκην τοῦ νυκτώματος, ἓν μικρὸν μονοπάτι, πολὺ ἀπότομον, πολὺ κατηφορικόν, κ᾿ ἐνόμισεν ὅτι αὐτὸ ἦτο τὸ μονοπάτι, καὶ ὅτι ἐκεῖθεν εἶχε κατέλθει ἡ γραῖα ἡ μάμμη της· κ᾿ ἐπῆρε τὸ κατηφορικὸν ἀπότομον μονοπάτι διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν αἰγιαλὸν νὰ τὴν ἀνταμώσῃ. Καὶ εἶχε νυκτώσει ἤδη.
Ἡ μικρὰ κατέβη ὀλίγα βήματα κάτω, εἶτα εἶδεν ὅτι ὁ δρομίσκος ἐγίνετο ἀκόμη πλέον ἀπόκρημνος. Ἐβαλε μίαν φωνήν, κ᾿ ἐπροσπάθει ν᾿ ἀναβῇ, νὰ ἐπιστρέψῃ ὀπίσω. Εὑρίσκετο ἐπάνω εἰς τὴν ὀφρὺν ἑνὸς προεξέχοντος βράχου, ὣς δύο ἀναστήματα ἀνδρὸς ὑπεράνω τῆς θαλάσσης. Ὁ οὐρανὸς ἐσκοτείνιαζε, σύννεφα ἔκρυπταν τὰ ἄστρα, καὶ ἦτον στὴν χάσιν τοῦ φεγγαριοῦ. Ἐπροσπάθησε καὶ δὲν εὕρισκε πλέον τὸν δρόμον πόθεν εἶχε κατέλθει. Ἐγύρισε πάλιν πρὸς τὰ κάτω, κ᾿ ἐδοκίμασε νὰ καταβῇ. Ἐγλίστρησε κ᾿ ἔπεσε, μπλούμ! εἰς τὸ κῦμα. Ἦτο τόσον βαθὺ ὅσον καὶ ὁ βράχος ὑψηλός. Δύο ὀργυιὲς ὡς ἔγγιστα. Ὁ θόρυβος τοῦ αὐλοῦ ἔκαμε νὰ μὴ ἀκουσθῇ ἡ κραυγή. Ὁ βοσκὸς ἤκουσεν ἕνα πλαταγισμόν, ἀλλὰ ἐκεῖθεν ὅπου ἦτο, δὲν ἔβλεπε τὴν βάσιν τοῦ βράχου καὶ τὴν ἄκρην τοῦ γιαλοῦ. Ἄλλως δὲν εἶχε προσέξει εἰς τὴν μικρὰν κόρην καὶ σχεδὸν δὲν εἶχεν αἰσθανθῆ τὴν παρουσίαν της.
*
* *
Καθὼς εἶχε νυκτώσει ἤδη, ἡ γραῖα Λούκαινα εἶχε κάμει τὴν ἀβασταγήν της, καὶ ἤρχισε ν᾿ ἀνέρχεται τὸ μονοπάτι, ἐπιστρέφουσα κατ᾿ οἶκον. Εἰς τὴν μέσην τοῦ δρομίσκου ἤκουσε τὸν πλαταγισμόν, ἐστράφη κ᾿ ἐκοίταξεν εἰς τὸ σκότος, πρὸς τὸ μέρος ὅπου ἦτο ὁ αὐλητής.
― Κεῖνος ὁ Σουραυλὴς θὰ εἶναι, εἶπε, διότι τὸν ἐγνώριζε. Δὲν τοῦ φτάνει νὰ ξυπνᾷ τοὺς πεθαμένους μὲ τὴ φλογέρα του, μόνο ρίχνει καὶ βράχια στὸ γιαλὸ γιὰ νὰ χαζεύῃ… Σημαδιακὸς κι ἀταίριαστος* εἶναι.
Κ᾿ ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον της.
*
* *
Κ᾿ ἡ γολέτα ἐξηκολούθει ἀκόμη νὰ βολταντζάρῃ εἰς τὸν λιμένα. Κι ὁ μικρὸς βοσκὸς ἐξηκολούθει νὰ φυσᾷ τὸν αὐλόν του εἰς τὴν σιγὴν τῆς νυκτός.
Κ᾿ ἡ φώκη, καθὼς εἶχεν ἔλθει ἔξω εἰς τὰ ρηχά, ηὗρε τὸ μικρὸν πνιγμένον σῶμα τῆς πτωχῆς Ἀκριβούλας, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ περιτριγυρίζῃ καὶ νὰ τὸ μυρολογᾷ, πρὶν ἀρχίσῃ τὸ ἑσπερινὸν δεῖπνόν της.
Τὸ μυρολόγι τῆς φώκης, τὸ ὁποῖον μετέφρασεν εἰς ἀνθρώπινα λόγια εἷς γέρων ψαράς, ἐντριβὴς εἰς τὴν ἄφωνον γλῶσσαν τῶν φωκῶν, ἔλεγε περίπου τὰ ἑξῆς:
Αὐτὴ ἦτον ἡ Ἀκριβούλα
ἡ ἐγγόνα τῆς γρια-Λούκαινας.
Φύκια ᾽ναι τὰ στεφάνια της,
κοχύλια τὰ προικιά της…
Κ᾿ ἡ γριὰ ἀκόμα μυρολογᾷ
τὰ γεννοβόλια της τὰ παλιά.
Σὰν νά ᾽χαν ποτὲ τελειωμὸ

τὰ πάθια κ᾿ οἱ καημοὶ τοῦ κόσμου.






Πηγή

Τα χριστουγεννιάτικα παζάρια βιβλίου


Με μουσική, κρασί και εκπτώσεις γιορτάζουν πολλοί εκδοτικοί οίκοι



Βιβλία λογοτεχνίας, δοκιμίου και επιστήμης σε χαμηλές τιμές διαθέτουν οι εκδόσεις Κριτική και Νήσος σε παζάρι που πραγματοποιείται από την Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου (4.00 μ.μ. ως 8.00 μ.μ.) και το Σάββατο 22 και την Κυριακή 23 Δεκεμβρίου (12.00 μεσημέρι ως 5.00 μ.μ.), Σαρρή 14, Ψυρρή, 4ος όροφος.
Οι εκδόσεις Μέλισσα οργανώνουν χριστουγεννιάτικη γιορτή και καλούν τους αναγνώστες για ένα ποτήρι κρασί την Κυριακή 23 Δεκεμβρίου, το μεσημέρι, στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων (Σκουφά 58). Ευχές, μουσική και βιβλία με έκπτωση 50% θα περιμένουν τους αναγνώστες.
Βιβλία από 1 ευρώ και από 45% έκπτωση διαθέτουν οι εκδόσεις Αλεξάνδρεια (Σόλωνος 133, 2ος όροφος) καθημερινά από Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου ως και τη Δευτέρα 7 Ιανουαρίου (με εξαίρεση την ημέρα των Χριστουγέννων και την επομένη, την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα), από τις 12.00 το μεσημέρι ως τις 7.00 μ.μ.








Πηγή: http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=489741

Ανακοίνωση/Ενημέρωση


Λόγω ταξιδιού ενός εκ των διαχειριστών του ιστολογίου, σήμερα και αύριο οι αναρτήσεις μας θα είναι κατά τι αραιότερες από ότι συνήθως.



Ευχαριστούμε πολύ για την κατανόησή σας, το πρόγραμμα θα επανέλθει στους γνωστούς ρυθμούς όσο πιο γρήγορα μπορέσουμε.

Μίλτος Σαχτούρης - Τα δώρα



Σήμερα φόρεσα ἕνα
ζεστὸ κόκκινο αἷμα
σήμερα οἱ ἄνθρωποι μ᾿ ἀγαποῦν
μιὰ γυναίκα μοῦ χαμογέλασε
ἕνα κορίτσι μοῦ χάρισε ἕνα κοχύλι
ἕνα παιδὶ μοῦ χάρισε ἕνα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στὸ πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στὶς πλάκες
τὰ γυμνὰ ποδάρια τῶν περαστικῶν
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κανεὶς δὲν τρομάζει
ὅλοι μείναν στὶς θέσεις ποὺ πρόφτασα
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κοιτάζουν τὶς οὐράνιες ρεκλάμες
καὶ μιὰ ζητιάνα ποὺ πουλάει τσουρέκια
στὸν οὐρανό

Δυὸ ἄνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει τὴν καρδιά μας καρφώνει;
ναὶ τὴν καρδιά μας καρφώνει
ὥστε λοιπὸν εἶναι ποιητής








Πηγή

Κλαίουσα Ιτιά - Ναζίμ Χικμέτ



Κυλοῦσε τὸ νερὸ
καὶ στὸν καθρέφτη του γυαλίζονταν ἰτιὲς
τὰ πλούσια τὰ μαλλιά τους λούζαν λυγερές.
Καὶ τὰ σπαθιὰ τ᾿ ἀστραφτερά τους
χτυπώντας στοὺς κορμοὺς
καλπάζαν κατακόκκινοι μὲς στοὺς δρυμοὺς
καλπάζαν πρὸς τὴ δύση
μεθύσι!...

Καὶ τότε ξάφνου
σὰ τὸ πουλὶ τὸ λαβωμένο
τὸ πληγωμένο
στὸ φτερό του
γκρεμίστηκ᾿ ἕνας καβαλάρης
ἀπ᾿ τ᾿ ἄλογό του.

Δὲ σκλήρισε
τοὺς ἄλλους πού ῾φευγαν δὲ ζήτησε
τὰ βουρκωμένα μάτια του ἐγύρισε
μονάχα γιὰ νὰ δεῖ
τὰ πέταλα ποὺ λάμπαν.
Τὸ ποδοβολητὸ ἐσβοῦσε μὲς στὴ φύση
καὶ τ᾿ ἄλογα ἐχάνονταν στὴ δύση!

Καμαρωτοὶ ἐσεῖς καβαλαρέοι
Ὦ κόκκινοι κι ἀστραφτεροὶ καβαλαρέοι
καβαλαρέοι φτερωτοὶ
καμαρωτοὶ
ὡραῖοι!...
Μ᾿ ἴδιες φτεροῦγες πέταξη ἡ ζωὴ ποὺ ῥέει!

Ὁ φλοῖσβος τοῦ νεροῦ σταμάτησε
ἐχάθη
οἱ ἴσκιοι ἐβυθίστηκαν στοῦ σκοταδιοῦ τὰ βάθη
τὰ χρώματα σβηστῆκαν
στὰ μάτια του τὰ πένθιμα
τὰ πέπλα κατεβῆκαν
καὶ τῆς ἰτιᾶς ἡ φυλλωσιὰ
χαϊδεύει τὰ μαλλιά του!

Μὴ κλαῖς ἰτιά μου θλιβερὰ
καὶ μὴ βαριοστενάζεις
πάν᾿ ἀπ᾿ τὰ σκοτεινὰ νερὰ
τὸ δάκρυ μὴ σταλάζεις
Ὦ μὴ στενάζεις
μὲ σφάζεις.







Πηγή

Ο θρήνος της Ελισάβετ - Εύη Γκάλαβου


Όταν έμαθε τα νέα
άλλαξε όψη.
Το πρόσωπό της
φόρεσε πένθιμα ρούχα
και έκλαψε πολύ.
Μικρή και μόνη
ένιωθε ευάλωτη.
Παρέδωσε τα πλούτη,
τα ακριβά ρούχα
σε χέρια που ξεγύμνωσαν
πονηρά μάτια
και σαρκοβόρα όψη.







Πηγή: http://gynaika-g.blogspot.gr/

Ξεκινώντας τη μέρα με Γκαίτε...

Άκουσα στον Άγιο Πέτρο της Ρώµης το Ευαγγέλιο σε όλες τις γλώσσες. Η Ελληνική αντήχησε άστρο λαµπερό µέσα στη νύχτα.

Καλημέρα με χριστουγεννιάτικη διάθεση αφου οι μέρες κοντεύουν!



Καληνύχτα από μας με ένα αξέχαστο τραγούδι των REM...



Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Νίκος Καββαδίας - Έχω μια πίπα



Στον ποιητή Απ. Μελαχροινό




Έχω μια πίπα ολλανδική από ένα μαύρο ξύλο,
όπου πολύ παράξενα την έχουν σκαλισμένη.
Έχει το σχήμα κεφαλιού Γοργόνας με πλουμίδια.
Κι ένας σ' εμέ ναύτης Δανός την έχει χαρισμένη.

Και μου 'πε αυτός πως μια φορά του την επούλησε ένας,
στην Αλεξάντρεια, έμπορος ναρκωτικών, Αράπης,
και στον Αράπη - λέει - αυτόν, την είχε δώσει κάποια,
σε κάποιο πόρτο μακρινό, γυναίκα της αγάπης.

Πολλές φορές, τις βραδινές σκοτεινιασμένες ώρες,
ανάβοντας την πίπα αυτή, σε μια γωνιά καπνίζω,
κι ο γκρίζος βγαίνοντας καπνός σιγά με περιβάλλει,
κάνοντας ένα γύρω μου κενό, μαβί και γκρίζο.

Και πότε μια ψηλή, ο καπνός, γυναίκα σχηματίζει,
πότε ένα πόρτο ξενικό πολύ και μακρυσμένο.
Και βλέπω μες στους δρόμους του τους κρύους και βραδιασμένους
να περπατά έναν ύποπτο Αράπη μεθυσμένο.

Και βλέπω πάλι, άλλες φορές, μια γρήγορη γαλέρα
με τα πανιά της ανοιχτά στο αβέβαιο να αρμενίζει
κι απάνω στο μπαστούνι της να κάθεται ένας ναύτης,
να 'χει μια πίπα - όπως αυτήν εγώ - και να καπνίζει.

Έχω μια πίπα ξύλινη παράξενα γλυμμένη.
Βλέπω καπνίζοντας τα πιο παράδοξα όνειρά μου.
Σκέφτομαι: "Θα 'ναι μαγική". Μα πάλι λέω: μη φταίει
ο εγγλέζικος βαρύς καπνός και η νευρασθένειά μου;







Πηγή: http://nikoskabbadias.blogspot.gr/2008/02/1933.html

Η λαχτάρα του γερο-Ανέστη - Αργύρης Εφταλιώτης




Την πέρασε την ζωή του κι ο γέρος ο Ανέστης στη ξενιτιά, ζωή παραδαρμένη, καραβοτσακισμένη ζωή. Όχι δα και πως τη μάδησε την ψυχή του η φτώχεια, που μάλαμα έπιανε και κάρβουνο γινότανε. Από τέτοιους πόνους η ψυχή του δεν έπαιρνε. Τον κρυφότρωγε όμως πάντα της πατρίδας ο ακοίμητος ο καημός, και σαν είδε κι απόειδε πως ελπίδα πια δεν του απόμεινε, σαν άρχισε κι ένοιωθε στα γέρικα στήθια του την ανατριχίλα του χάρου, το ’καμε απόφαση και τράβηξε κατά τα παιδιακίσια λημέρια του.
Αλλιώτικος γέρος αυτός ο Ανέστης! Για του κόσμου τα μεγαλεία δεν τον πολυέμελε κιόλας· ωστόσο να γυρίσει από τα ξένα και να φυτρώσει ανάμεσα στους δικούς του με τέτοια χάλια ύστερ’ από χρόνους και χρόνους αγωνία και βάσανο, δεν του ερχότανε και πολύ. Θα πεις οι καθαυτό οι δικοί του συχωρεμένοι όλοι, κι άλλους απ’ ανίψια και τέτοιους δε θ’ αντάμωνε πια, εξόν ίσως δυο τρεις αξαδέρφους, γέρους κι αυτούς· μα πάλε από δω το γύριζε, από κει το γύριζε, δεν του πήγαινε. Τ’ όνειρό του ήτανε να ξαναφανεί, στην πατρίδα του, μα να είναι και κάτι. Δεν το κατάφερε τ’ όνειρο; Τι να πηγαίνει πια τώρα και να τους δείχνει τη γύμνια του! Έλα όμως που δεν το ’θελε και να πεθάνει στα ξένα! Να ζήσει στα ξένα, ναι· με το σήμερα, με το αύριο, ζεις στα ξένα. Μα να πεθάνεις στα ξένα; Να σε παραχώσουνε, λέει, μέσα στην κρύα εκείνη τη λάσπη, και σύγκαιρα οι πατριώτες του να γλυκοκοιμούνται μέσα στο μοσχομυρισμένο τους χώμα—αυτό δεν μπορούσε να το βαστάξει ο γέρος.
Τ’ ονειρευότανε λοιπόν και το λαχταρούσε ν’ αποθάνει στον τόπο του, κι έτσι ξεκίνησε, με τ’ απομεινάρια του είναι του. Να πάει όμως μέσα στο χωριό και να πει πως εγώ είμαι ο Τάδες, αυτό δεν τ’ αποκοτούσε.
— Έπειτα είναι κι αργά. Ποιος θα με πονέσει πια τώρα! έλεγε μονάχος του καθώς άραζε το βαπόρι σε λιμάνι που γειτόνευε με τ’ αγαπημένο νησί του.
Μόλις πάτησε πόδι στη χώρα εκείνη, κι ίσια στο Σπιτάλι μαζί με το έχει του.
— Να μείνουν αυτά εδώ, τους λέει τους ανθρώπους εκεί. Έμενα δε μου είναι και πολύ χρειαζούμενα. Ο πρώτος που αναλάβει κι είναι έτοιμος να μισέψει, του τα χαρίζετε.
Και γίνεται άφαντος ο Γέρο-Ανέστης.
Τραβάει κατά τη σκάλα, βρίσκει πέραμα, και σ’ ένα μερόνυχτο μέσα τηράει τις ολόχαρες ακρογιαλιές του νησιού του.
Εκεί που η Πλάση λες και λούζεται κάθε ταχυνή και λαμπροφοριέται θεοφώτεινη, ολοκάθαρη και παρθένα, που μήτε κουρέλι μήτε παλιόχαρτο πολιτισμού δεν βλέπει απάνω στ’ ασπρογάλαζα τα χαλίκια που στρώνονται στην ακρογιαλιά, εκεί που στα πρώτα του χρόνια ο γέρος μας έπαιζε μ’ ανάλαφρη καρδιά και μ’ αξέννοιαστο νου, εκεί ξαναβρέθηκε τώρα καταδαμασμένος από του χρόνου τ’ ακαταπόνετο χέρι, σκυφτός, ζαρωματιασμένος, βουλιασμένα τα μάτια του, τα χέρια τρεμάμενα. Παράμερη εξοχή, που το καλοκαίρι μονάχα τη θυμούνται οι χωριανοί και τη διαλέγουνε για τα ξεφαντώματά τους. Τώρα όμως, άνοιξη ακόμα, ο γέρος ο Ανέστης πλανιότανε ολομόναχος στη λησμονημένη εκείνη γωνιά, του κόσμου, βγάζοντας ξεφωνήματα κι ακατανόητα λόγια κάθε φοράν που αγνάντευε βράχο ή χωράφι ή κορφοβούνι τριγύρω και του θύμιζε της νιότης τα χρόνια. Μια πα στην άλλη μαζευότανε στον αναγαλλιασμένο του νου οι παλιές οι ιστορίες, τα παλιά τα γλέντια, τα περασμένα τα πρόσωπα και τα πράματα, που κάθε κύμα έλεγες και τα τραγούδαγε με το γλυκό του μουρμουρητό, εκεί που πλαγιασμένος τώρα στον ήλιο μισοάνοιγε κάθε λίγο τ’ αδυνατισμένα του μάτια να τις δει άλλη μια και να τις χύσει μες στη ψυχή του τις ανάλλαγες, τις αγέραστες ομορφιές της πατρίδας του.
Θα ’λεγες πως αναστήθηκε μαζί με το νου του και τ’ αποσταμένο κορμί του, κι ωστόσο, καταπονεμένο τόσους χρόνους από τη βαριά τη ξενιτιά, και τώρα πάλι μ’ άξαφνης καρδιάς καρδιοχτύπια συνταραγμένο, χεροτέρευε αντίς να καλυτερέψει, ή σαν το φύλλο τρεμούλιαζε.
Μόλις το βράδυ βράδυ, σαν άρχισε το σκοτάδι και πλάκωνε, κι αυτός ακόμα λόγιαζε με μάτια ονειριασμένα τ’ αντικρινά τα βουνά ενός άλλου νησιού, καταπόρφυρα με την αντιφεγγιά του βασιλεμένου του ήλιου, μόλις τότε το στοχάστηκε πως όταν ξεπήδηξε από το καΐκι κι έσυρε κατά την εξοχή, δε νοιάστηκε μήτ’ ενός μερόνυχτου ψωμί να πάρει μαζί του.
— Κι α μείνω και νηστικός μια νυχτιά, τι πειράζει! λέει τότες. Θα με θρέψει της πατρίδας τ’ αγέρι ως το ταχύ.
Κι αποκοιμήθηκε στην ακρογιαλιά, δίπλα στης θάλασσας το νανούρισμα, μαγεμένος ο νους του με τις μύριες εικόνες που τις ανιστορούσε όλες εκείνες τις ώρες.
Δεν τα ξανάνοιξε πια τα βαρεμένα του μάτια ο γέρος. Πιο γνωστικό κι από πολλούς φίλους το κύμα, απάνω στη μεγαλύτερη την καλοτυχιά της πονοδαρμένης εκείνης ψυχής, τήνε νανούρισε με το μουρμουρητό του και την έστειλε μια και καλή στον αιώνιο τον ύπνο.








Πηγή
 

Πόλεμος της Σόφης Λύσσαρη



δημοσιεύθηκε στο www.vres-agrinio.gr, 06 Δεκεμβρίου 2012 - από την ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΚΟΣΜΑ ΧΑΤΖΗΣΤΥΛΙΑΝΟΥ

 


Πολεμάς τις σκιές του παραλόγου
σε μια στιγμή βουβού διαλόγου
τσεκάρεις το είδωλό σου σε καθρέφτες
πάνω σε ρωγμές που έκαναν οι κλέφτες.
Σου κλέψαν κάθε όνειρο και σε φιμώσαν
γέμισες με ψίχουλα π’ ατάραχα σου δώσαν
λαθρεπιβάτες της ζωής γεμάτοι αμαρτία
που σε κατάντησαν θνητό γεμάτο δυστυχία.
Μ’ αντίρρηση και πόλεμο στις λέξεις δεν αλλάζεις
εκείνους μόνο εξόντωσε με πράξεις που διατάζεις
με νόμους και ηθικές που πλάθει μια Αλήθεια
με όρια στο ‘είναι ‘ σου ενάντια στη συνήθεια.
Κι αν άντεξες τον πόλεμο, ο πόλεμος δεν τελειώνει
έρχεται κάθε φορά που βλέπεις χελιδόνι
κι ελπίδες όταν πλάθεις στην άνοιξη του έτους
εκείνοι πάντα ειν’ εκεί…τρέχα πια και δες τους!

Ρεφρέν:
Ο πόλεμος είναι πάντα εκεί
ένας κρυφός βουβός σκοπός
κι εσύ ρωτάς αν επαρκεί
κάθε αξίας σου καρπός.
Ο πόλεμος είναι πάντα εκεί
ένας Θεός που αιμορραγεί
κι εσύ ρωτάς αν επαρκεί
κάθε μικρή σου αλλαγή.

ΥΓ:Φίλοι μου το παρόν τραγούδι είναι κατοχυρωμένο πνευματικά και θα περιέχεται στο βιβλίο μου "Τα τραγούδια μου" Συλλογή Πρώτη που θα εκδοθεί στις αρχές του 2013.
Aποκλειστικά δημοσιεύεται στο Vres Agrinio.gr. Ας αναλογιστούμε όλοι τον "πόλεμο" που γίνεται μέσα μας, γύρω μας και στις ζωές μας γενικότερα.

Σόφη Λύσσαρη
Ποιήτρια/στιχουργός/συγγραφέας
Πηγή: http://www.sophielyssari.blogspot.gr/

Ανεξαρτησία - Χρίστος Χ. Παπαδημητρίου, υπογραφή βιβλίων



Το βιβλιοπωλείο Ευριπίδης θα φιλοξενήσει τον Χρίστο Παπαδημητρίου, συγγραφέα του βιβλίου με τίτλο «Ανεξαρτησία»…

… στο υποκατάστημα της Κηφισιάς, την Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012.


Εκεί, οι αναγνώστες θα έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν το συγγραφέα, ο οποίος θα υπογράψει αυτόγραφα στα βιβλία του.


Συγγραφέας: Χρίστος Χ. Παπαδημητρίου
Μετάφραση: Νίνα Μπούρη


Aνεξαρτησία είναι ένας νόμος μυστικός, λήθη και λύτρωση, όνειρο που ποτέ δε σου βγαίνει. Είναι η έφηβη Ελένη στα μπουντρούμια της Χούντας, ο Μπίθρος ο Τσιγγάνος στο Πολυτεχνείο του Νοέμβρη κι ο γιος τους να τους ψάχνει και να μην τους βρίσκει το καλοκαίρι του 2007, ενώ γύρω του καίγεται η Πελοπόννησος. Ανεξαρτησία είναι κάτι ανάμεσα σε παρτίδα τάβλι και επανάσταση, είναι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια δίχως τους θεούς, είναι η όμορφη η Χρύσα που την έκλεψαν οι Τούρκοι στην Τριπολιτσά του ’21, είναι ο Μακ ο μισότρελος πατέρας της Ελένης, είναι το Τείχος του Βερολίνου και οι Δίδυμοι Πύργοι, είναι το αντάρτικο των πόλεων και το καλοκαίρι στο Αιγαίο.Ανεξαρτησία είναι η ζωή σου δίχως το βάρος που σου άφησε. Ανεξαρτησία είναι η Ελλάδα όταν κλείνεις τα μάτια.

Κώστας Καρυωτάκης- ΕΥΓΕΝΕΙΑ



Κάνε τον πόνο σου άρπα.
Και γίνε σαν αηδόνι,
και γίνε σα λουλούδι.
Πικροί όταν έλθουν χρόνοι,
κάνε τον πόνο σου άρπα
και πέ τονε τραγούδι.

Μη δέσεις την πληγή σου
παρά με ροδοκλώνια.
Λάγνα σου δίνω μύρα
-- για μπάλσαμο -- και αφιόνια.
Μη δέσεις την πληγή σου,
και το αίμα σου, πορφύρα.

Λέγε στους θεούς «να σβήσω!»
μα κράτα το ποτήρι.
Κλότσα τις ημέρες σου όντας
θα σου 'ναι πανηγύρι.
Λέγε στους θεούς «να σβήσω!»
με λέγε το γελώντας.

Κάνε τον πόνο σου άρπα.
Και δρόσισε τα χείλη
στα χείλη της πληγής σου.
Ένα πρωί, ένα δείλι,
κάνε τον πόνο σου άρπα
και γέλασε και σβήσου.

Το ελληνικό βιβλίο στα χαρακώματα


Πόλεμος ανακοινώσεων μετά την αποπομπή του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΚΕΒΙ

Ολα άρχισαν από τον χώρο του παιδικού βιβλίου. Μήλον της Εριδος μια λίστα περίπου 500 βιβλίων που επελέγησαν να διανεμηθούν για πρώτη φορά στα σχολεία για την ενίσχυση των βιβλιοθηκών τους. Την επιλογή έκανε μια Επιστημονική Επιτροπή που συνέστησε το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Με την ανακοίνωση της λίστας, υπήρξαν γκρίνιες εκδοτών που θεωρούσαν ότι ρίχτηκαν. Υπήρξαν μικροί και μεγαλύτεροι εκδοτικοί οίκοι που ενώ βγάζουν καλά βιβλία, δεν συμπεριελήφθησαν στη λίστα ή η εκπροσώπησή τους ήταν δυσανάλογα μικρή, ενώ άλλοι θεωρήθηκε ότι ευνοήθηκαν. Επίσης έγιναν λάθη: ένας εκδότης παρατήρησε ότι από τα 17 βιβλία του που επελέγησαν, τα 13 ήταν εξαντλημένα! Και ούτε λόγος να μπει, τέτοια εποχή, στα έξοδα να τα ξανατυπώσει, για 90 αντίτυπα που θα απορροφούσε το πρόγραμμα από το καθένα. Σε άλλες περιπτώσεις, λόγω έλλειψης εξοικείωσης με το πώς λειτουργούν τα ISBN, επελέγησαν μεμονωμένοι τόμοι αντί για ολόκληρο το πολύτομο έργο, ή επελέγησαν και δυο - τρία e-books αντί των έντυπων εκδόσεων.
Παρ' όλα αυτά κανείς εκδότης δεν έδειξε πρόθεση να προσβάλει νομικά τη διαδικασία. Επίσης το Διοικητικό Συμβούλιο του ΕΚΕΒΙ, ενώ ενημερώθηκε για τα λάθη και τις γκρίνιες κατά της Επιτροπής, έβαλε τις μοιραίες υπογραφές. Ο λόγος και στις δύο περιπτώσεις είχε να κάνει με το ότι κανείς δεν ήθελε να μη φτάσουν εντέλει βιβλία στα σχολεία, καθώς τυχόν νέα προκήρυξη διαγωνισμού είχε το ρίσκο να χαθούν οι προθεσμίες του ενός ΕΣΠΑ πλέον των 300.000 ευρώ....

Στάθης Ιντζές- ΗΘΙΚΟ ΒΑΡΟΣ


ΗΘΙΚΟ ΒΑΡΟΣ


Βάρος ηθικό,
με ποιά μονάδα μέτρησης
μετράται το συμπέρασμα;

Καταδικαστικό μεν
αλλά με περιθώρια διόρθωσης στο ζύγι
και στην τιμή της ανηθικότητος
που καλώς ερχόντων των πραγμάτων
θα παραμείνει νοερά εσώκλειστη
ταγμένων «υπόσχομαι».

Μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου
ουδεμία έκπτωσις ηθική αναγνωρίζεται·

πρόθεσις συναισθηματική ανακάμψεως ελπίδα
λαμβάνεται υπόψιν μόνο το εκπληρωμένο όνειρο.

Θεόδωρος Σαντάς- ΑΝΑΤΟΛΙΚΆ ΤΗΣ ΕΔΕΜ


ΑΝΑΤΟΛΙΚΆ ΤΗΣ ΕΔΕΜ


Είσαι τόσο απλή και ωραία 
σαν της ανεμώνας τα χρώματα 
που τα ψηλαφίζουν οι άνεμοι
και τα χαίρεται ο ήλιος.
Βαδίζεις πάνω στο κύμα ,χωρίς να βουλιάζεις.
Οι δυνατοί δε βουλιάζουν
τους κρατάει η Πίστη τους.
Κουβαλάς της Συλήβριας τον καημό
της γιαγιάς τα κεντήματα
τις φθαρμένες εικόνες της Παναγιάς
να σου θυμίζουν την έξοδο των απελπισμένων!
Κοιτάς την Ανατολή και χάνεσαι ,χάνεσαι
στους αετούς τους δικέφαλους
στα "χαίρε" της Υπερμάχου
ώσπου μια αναλαμπή σε ξαναφέρνει
στις παλίρροιες της γης!
Μιλάς,σαν ήχος στιλπός
που πλύθηκε με το δάκρυ σου
σαν παιδί που κράτησε
λευκό το ρόδο της αθωότητας.
Μιλάς ,όπως επιβάλλει η ταπεινότητα
αληθινά και ωραία
δίχως να ψηλώσεις τα πόδια σου
να υπερκεράσεις την ανθήλη
της κάλαμου!


Θεσσαλονίκη,18-12-2012

silena- ΕΠΑΝΑΛΗΨΕΙΣ


O πίνακας είναι έργο της ίδιας της ποιήτριας
ΕΠΑΝΑΛΗΨΕΙΣ

πόσο μοιάζουν
με τοίχωμα αγγείου
άνυδρου
διψάει
μα δε μιλάει
δε φωνάζει
επαναλαμβάνει
την ξηρότητά του
μόνο με τη θέα του

ή κάποιες φορές
με την υφή του
όταν κάποιος
τολμήσει
να το αγγίξει
όμως τότε
συρρικνώνεται
φοβάται
μήπως αυτός ο κάποιος
είναι απρόσεκτος
και το παρασύρει
και το σπάσει

φοβάται

και κλείνεται ακόμα πιο πολύ
στη ντροπαλότητά του

από την ποιητική μου συλλογή "Στη δίνη των χρωμάτων"
Εκδόσεις του Φοίνικα, 2011

Καλημέρα σας...



Πολλοί στίχοι είναι σαν πόρτες,
πόρτες κλειστές σ' ερημωμένα σπίτια.


Γιάννης Ρίτσος

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης- Τα άλογα του Αχιλλέως


Τα άλογα του Αχιλλέως


Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,
άρχισαν τ' άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως·
η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.
Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν,
την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο -αφανισμένο-
μιά σάρκα τώρα ποταπή -το πνεύμα του χαμένο-
ανυπεράσπιστο -χωρίς πνοή-
εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ' την ζωή.


Τα δάκρυα είδε ο Ζεύς των αθανάτων
αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»
είπε «δεν έπρεπ' έτσι άσκεπτα να κάμω·
καλύτερα να μην σας δίναμε άλογά μου
δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ' εκεί χάμου
στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας
πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
σας έμπλεξαν οι άνθρωποι». -Όμως τα δάκρυά των
για του θανάτου την παντοτεινή
την συμφοράν εχύνανε τα δυό τα ζώα τα ευγενή.

Πηγή

Αντικείμενα που αγαπάμε με αντάλλαγμα έργα τέχνης


Αντικείμενα που αγαπάμε με αντάλλαγμα έργα τέχνης

«Μοιράζομαι…», η πρωτότυπη έκθεση στο Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης


«Μοιράζομαι...» είναι ο τίτλος της μάλλον ιδιότυπης έκθεσης τριών «εραστών της τέχνης», όπως αποκαλούνται οι δημιουργοί που την παρουσιάζουν στο Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Η καλλιτέχνιδα και σχεδιάστρια κοσμημάτων, Ερη Στάη, ο φωτογράφοςΚώστας Πίτσιος και η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια Αλίκη Κριτσέλη παρουσιάζουν αντικείμενα τέχνης μέσα από τα οποία ο κάθε καλλιτέχνης περνάει το μήνυμά του και τα πιστεύω του. Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο της παρουσίασης, ωστόσο, είναι ότι ο κάθε επισκέπτης μπορεί να αποκτήσει τα εκθέματα άνευ χρηματικού αντιτίμου. Το μόνο που χρειάζεται να κάνει είναι να δώσει σε αντάλλαγμα κάτι που αγαπά. Η έκθεση φιλοξενείται στο video room του Ιδρύματος Μ. Κακογιάννης για δύο μόνο ημέρες, την Παρασκευή 21 και το Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2012.
Η έκθεση στηρίζεται σε μια ιδέα της Ερης Στάη, η οποία το 2007 δημιούργησε τους «Friendship Stories» από την ιδέα να αποτυπώνονται προσωπικές στιγμές σε αντικείμενα «καθημερινής χρήσης» - μεταξύ των οποίων και κοσμήματα - και να ξαναζωντανεύουν μ' αυτό τον τρόπο αγαπημένες αναμνήσεις. «Η ιδέα του “μοιράζομαι"  γεννήθηκε τον Μάιο του 2012  παρατηρώντας γύρω μου, το συναισθηματικό κενό που δημιουργεί η έλλειψη αλληλεγγύης. Πιο συγκεκριμένα το πώς η αβεβαιότητα του αύριο αντί να μας  ενώνει προς το δρόμο της δημιουργίας και του μοιράζεσθαι, να κάνει το χρήμα αυτοσκοπό, να ξεχνάμε την έννοια της παρατήρησης και της πραγματικής αγάπης και να θυσιάζουμε τις αξίες μας στο βωμό της φαινομενικής επιβίωσης», σημειώνει η ίδια....

Το κοριτσάκι με τα σπίρτα


Το κοριτσάκι με τα σπίρτα
Οι κλασικές αξίες πάντα ξανάρχονται στη μόδα. Όπως το καμηλό παλτό, που κάθε γυναίκα που σέβεται τον εαυτό της φυλάει στην ντουλάπα. Όπως ο Κώστας Καραμανλής για την Κεντροδεξιά...
Το μικρό μαύρο φόρεμα που θα σε βγάλει από μια δύσκολη κατάσταση αν δεν έχεις πάρει δέκα κιλά εν τω μεταξύ. Η Μερσεντές Ε class που την αράζεις στο γκαράζ και κυκλοφορείς με Σμαρτ, γιατί οι καιροί είναι πονηροί και μπορεί να σε θεωρήσουν και λίσταρχο κλπ, κλπ.

Τα φετινά Χριστούγεννα κάνει δυνατό come back το Κοριτσάκι με τα σπίρτα. Το κλασσικό παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν εκδόθηκε στη Δανία το 1845. Την ίδια χρονιά που ο Έντγκαρ Άλαν Πόε δημοσίευε το Κοράκι και τρία χρόνια πριν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο των Μαρξ-Ένγκελς.

Το Κοριτσάκι με τα σπίρτα δεν μου άρεσε ποτέ όταν ήμουνα παιδί. Παρ’ ότι φαν των γκόθικ παραμυθιών, και όσο πιο σκοτεινά και μαύρα τόσο καλύτερο, προτιμούσα άλλου τύπου φοβιστικές ιστορίες. Με δράκους και κακές μάγισσες, φαντάσματα και κακούς λύκους, γοργόνες και τελώνια....

Αναγνώστηε Κωνσταντινίδης- ΑΓΑΠΗ ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ

ΑΓΑΠΗ ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ


Βάψε με χρώμα το λουλούδι σου λευκό
έχει μωβ φιλί ψυχής με απορία
μα το λευκό σαν έχει όμορφο σκοπό
φτιάχνει άσπρη της αγάπης φαντασία

Βάλε προσκέφαλο ανάμνησης στο μπεζ
φτιάξε τώρα ένα πριν που συναρπάζει
είναι μια μπόρα ένα τότε σε σολφέζ
σαν βροχή η μουσική αγαλλιάζει

Κλείσε την θέληση κατάσαρκα μαζί
εκεί που φαίνεται η άκρη της χαράς
κι’ αν το εγώ μου αγκαλιάσει το εσύ
βλέπουν τα μάτια πως αυτό αναζητάς

Είναι όραμα τροφής που δε τελειώνει
κάτι που κρύβεται με φως στην ανοχή
σα μετάβαση πικρή που μας φορτώνει
μαύρο σακούλι σε κατώφλι τη στιγμή.

Βάλε λίγο το μυαλό να λειτουργήσει
αν θα μπορείς μετά τον θάνατο να ζεις
δίχως όνειρα που έχουνε γυρίσει
βουβή ταινία στο βωμό της προσευχής

Διώξε κάμποσες σκιές σου στα αλώνια
φέρε και φύτεψε αγάπες ριζικές
διώξε κάμποσες συνήθειες με τα χρόνια
δέξου αγάπη πριν το θάνατο αν θες.

Πέταξα τη μάσκα - Φερνάντο Πεσσόα



Χάντρες (τετράστιχα) - Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος

  Ι. ΓΥΝΑΙΚΑ

Εγώ χαζά να την κοιτώ και να ρωτώ πώς γίνεται
αυτή να στροβιλίζεται τριγύρω μου κι εμπρός μου,
αφού την ίδια τη στιγμή τη νιώθω να ξεχύνεται
και σαν ποτάμι ορμητικό να πλημμυράει εντός μου.

ΙΙ. ΒΑΤΟΣ ΦΛΕΓΟΜΕΝΗ

΄Οσο τα χρόνια να περνούν κι όλα γοργά ν' αλλάζουν,
σ' όσα περάσανε ο νους γυρίζει πιο συχνά.
Φλόγες που τάχα σβήσανε μέσα μου καταυγάζουν,
χωρίς να δω τις στάχτες τους να πέφτουν πουθενά

ΙΙΙ. ΕΞΗΓΗΣΗ

Δεν κλαίει για το πως περνά
και τη στυφή ζωή του
κλαίει γι' αυτά που ένιωσε
και θα χαθούν μαζί του.

ΙV. ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ
Σπατάλησε τα χρόνια του, άδειασε την καρδιά του
σε μάχες μ' ασφαιρα πυρά και τώρα απορεί
που τίποτα δεν του 'μεινε ν' αξίζει στη σοδειά του.
Στο χάδι του ήλιου αναζητά να βρει τη θαλπωρή.

Ντίνος Χριστιανόπουλος - Το Δάσος



Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
βλασταίνουν φύλλα καὶ κλαδιὰ
κι ἔρχονται τὰ πουλιὰ τοῦ ἔρωτα καὶ κελαηδοῦνε.

Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
οἱ σπόροι τους φυτρώνουν δάσος σκοτεινό,
στὶς λόχμες του ὁ φόβος ἐνεδρεύει.

Ζῷα μικρὰ καὶ ζῷα ἄγρια τὸ κατοικοῦν,
ὄχεντρες ἕρπουν καὶ ρημάζουν τὶς φωλιές μας,
λιοντάρια ἑτοιμάζονται νὰ μᾶς ξεσκίσουν.

Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
ἔγιναν δάσος σκοτεινὸ καὶ μᾶς πλακώνουν.









Πηγή

Νίκη Ταγκάλου - Ψυχή μου

Αγάπησα και αγαπήθηκα
κι ο πόνος παρέμενε ο ίδιος
σ’ όποια διάσταση κι αν άφηνα το κορμί μου.
Όποιους διαδρόμους κι αν έντυνα με αισθήσεις.
Πάντα μέσα μου το ίδιο κενό,
η ίδια φωνή απόγνωσης.
Σπαραγμός η κραυγή της,
να κρυώνω στο άκουσμά της.
Μπήζω τα νύχια στις σάρκες μου. Ουρλιάζω.
Μπορώ να τραβήξω τη ψυχή έξω απ’το κορμί; Να ελευθερωθώ;
Βγες ψυχή μου έξω. Ταξίδεψε…
Δες αυτά, που σου έκλεισαν τα μάτια να μην δεις.
Νιώσε τους ανθρώπους που κάποτε πέθαναν
και δεν τους το είπε ποτέ κανείς.
Η ύλη κέρδισε το πνεύμα
και δεν τρόμαξε κανείς.
Ελεύθερη ψυχή μου.
Εσύ, ξέρεις το γιατί.
Οι φυλακισμένοι και οι νεκροί
δεν έχουν αίσθηση πνοής!









Από το e-book της Νίκης Ταγκάλου "Μάχη Ερώτων".

Αθήνα - Κωνσταντίνα Ρουσσίδη


 
Στα μάτια τα δικά μου

υψώνεται απόψε μεγαλοπρεπής 

η φιγούρα μιας υπερήφανης νεαρής ,

όπου η φιλόξενη επιβλητική της παρουσία 

αφουγκράζεται το βάθος της πιο νοερής μου ενοχής


κι εκεί που κοντανασαίνει 

πλάι στην σφοδρότητα περασμένων εποχών ,

αναδύεται η σχιζοφρενική δίνη των νατιβιστών της

σ' ένα ντιμινουέτο στρεβλωμένων ηθικών

και στο κρεσέντο των βιαστών της


μα συνεχίζω να  καρτερώ σιμά της

την απόκοσμη ομορφιά της

καίγοντας τα πεθαμένα κύτταρά της 

για να γεννηθούν τα καινούρια, τα υγιή, τα αυτοτελώς δικά της


μ'αρέσει όταν είναι ντυμένη στο σκοτάδι ,

με κείνη την κοντυλένια πούλβερη επάνω στα μαλλιά ,

ολόγυμνη καθώς ατενίζει το απέραντο βαθύ των αναστεναγμών της

και ξεδιψά μέσα απ'τα δολερά υπόγεια της νερά


ανάμεσα στους μασκαράδες νοικοκύρηδές της εραστές

και την ατελώς καμωμένη της ζωή

μ' έμαθε να ξεχωρίζω τις ναϊάδες 

σε κάθε κρυφή της κατάστηθη αμυχή


μη τους αφήσεις να σε στρεβλώσουν το λοιπόν ,

στάσου όρθια

ακέραια, αγωνίστρια , πληθωρική

μεγάλη μου δασκάλα

μείνε ζωντανή.
 
 

Ξεκινώντας τη μέρα με Thomas Fuller...

Η σκοτεινότερη ώρα είναι πριν την αυγή.

Καλημέρα!


Δημιουργικές βιβλιοθήκες


Βιβλιοθήκες που ξεφεύγουν από τα συνηθισμένα και δίνουν άλλη πνοή στην αισθητική του δωματίου. Σχεδιασμένες έμπνευση είναι πραγματικά στολίδια για το διάκοσμο του σπιτιού χωρίς να χάνουν τη χρηστικότητα τους.
Perierga.gr - Εντυπωσιακά ράφια

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Ο αυθεντικός άνθρωπος είναι ο κραδασμός του, όχι οι ιδέες του


Ο αυθεντικός άνθρωπος είναι ο κραδασμός του, όχι οι ιδέες του
Η Ζωή δεν είναι σκέψη. Δεν μπορεί κανείς να σκεφτεί τη Ζωή, ούτε να τη διευθετήσει με τη σκέψη, ούτε να τη συλλάβει με τη φαντασία, ούτε να την εξηγήσει με τις ιδέες, φιλοσοφίες και θεωρίες.

Επομένως, η σκέψη είναι άχρηστη αφού δεν αγγίζει καθόλου τη Ζωή. Δεν υπάρχει, άλλωστε, θέμα για σκέψη, αφού η Ζωή, όσο και να προσπαθήσουμε να τη διευθετήσουμε ή να την κατευθύνουμε με τη σκέψη, ξεφεύγει απ’ αυτήν και κινείται σύμφωνα με τους δικούς της νόμους.

Για να ζήσει κανείς, δεν χρειάζεται να σκέπτεται τη Ζωή, αφού η Ζωή έχει τη δική της σκέψη, τους δικούς της νόμους, τους δικούς της στόχους, αφού διευθετεί μόνη της τον εαυτό της και δεν νοιάζεται αν ο άνθρωπος ιδρώνει να την βάλει σε τάξη με τη σκέψη του.
Είναι μάταιο ακόμα και να το σκεφτεί κανείς πώς να εξασφαλίσει την αύριο, την τροφή του, τι τον περιμένει στο μέλλον, τι τον συμφέρει να κάνει ή να μην κάνει, αφού η Ζωή, με μία και μόνη κίνησή της, μπορεί να ανατρέψει όλα του τα σχέδια....

Βρέθηκε το πρώτο παραμύθι του Αντερσεν


Βρέθηκε το πρώτο παραμύθι του  Αντερσεν

Το χειρόγραφο εντοπίσθηκε στα ιστορικά αρχεία του νησιού Φούνεν

Το πρώτο παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Αντερσεν (1805-1875) θεωρούν ότι ανακάλυψαν δανοί ειδικοί σε ένα χειρόγραφο κείμενο, γραμμένο με μελάνη, το οποίο βρέθηκε σε τοπικό αρχείο. Με τίτλο «The Tallow Candle» (Το κερί  από λίπος), το χειρόγραφο εντοπίσθηκε στα ιστορικά αρχεία του νησιού Φούνεν, όπου γεννήθηκε ο δανός συγγραφέας. Βρισκόταν στο βάθος μιας αρχειοθήκης από όπου ανασύρθηκε τον περασμένο Οκτώβριο από τον ντόπιο ιστορικό Esben Brage.

Δύο μήνες αργότερα οι ιστορικοί αποφάνθηκαν, ότι το χειρόγραφο, το οποίο αποτελείται από έξι σελίδες πράγματι είχε γραφτεί από τον Αντερσεν, χρονολόγησαν μάλιστα τη συγγραφή του στα μέσα της δεκαετίας του 1820, όταν ο συγγραφέας ήταν στο τέλος της εφηβείας του. «Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι έχει γραφτεί από τον Αντερσεν», δήλωσε εξάλλου στην δανική εφημερίδα «Politiken» ο Ejnar Stig Askgaard του Μουσείου της πόλης Οντένσε. Η εφημερίδα μάλιστα έχει μεταφράσει και δημοσιεύσει το κείμενο στην αγγλική γλώσσα....

Άντον Τσέχωφ - Η Κυρία με το σκυλάκι (Εκδόσεις Μελάνι)



Σημασία λένε έχει το πώς και το τι γράφεις και όχι το πόσα και πόσο γράφεις. Αυτήν την διαπίστωση λίγοι την τηρούν και ακόμα


Του Γιάννη Αντωνιάδη

λιγότεροι την διατηρούν καθώς φαίνεται πως για κάποιους εν τω πολλώ ει το ευ. Καμία σχέση δηλαδή με ένα θετικό αντιπαράδειγμα ουσίας λογοτεχνικής και λιτότητας γραφής όπως είναι ο Άντον Τσέχωφ. Πολλοί θα τον γνωρίζετε από τα θεατρικά του κατορθώματα όπως τον Θείο Βάνια, τον Γλάρο ή ακόμα τις τρεις αδερφές. Και όμως αυτός ο υφαντουργός του λόγου που ξεκλειδώνει το δικό του μουσικό κλειδί με την αφήγησή του έχει στην φαρέτρα του και διηγήματα και μυθιστορήματα. Η κυρία με το σκυλάκι δεν είμαι σε θέση να κρίνω αν είναι αντιπροσωπευτικό του, πάντως είναι ένα διήγημα λάγνου χαρακτήρα, μεθυστικού ύφους που παίζει σε έναν τόνο ερωτικό και σαγηνευτικό που πολλοί σύγχρονοι θα ζήλευαν.

Ο Ντιμίτρι και η Άννα, η Άννα και ο Ντιμίτρι δύο λαθρεπιβάτες του έρωτα που βιώνουν με μυστικές και υπόγειες διαδρομές είναι τα πρόσωπα πάνω στα οποία είναι θεμελιωμένο αυτό το βιβλίο των λίγων σελίδων που όμως είναι πλούσιο σε εικόνες, σε νοήματα, σε συναισθήματα, σε στιγμές μακριά από την πεζή καθημερινότητα μέσα στην οποία είναι πνιγμένοι οι δύο πρωταγωνιστές και από την οποία θέλουν να ξεφύγουν, να αποδράσουν σε ένα δικό τους κόσμο. Η γνωριμία τους πραγματοποιείται σε ένα καφέ της Γιάλτας, όπου τυχαίνει να συμβεί το μοιραίο συναπάντημα με ένα απλό κοίταγμα, έναν ανθρώπινο διάλογο όπως θα τον ζούσε ο καθένας από εμάς που αναζητάει μία συντροφιά καθόλου προβλέψιμη. Εκείνος μόνος, μοναχικός, άτακτα και αόριστα ταξιδεμένος στις σκέψεις του, εκείνη παντρεμένη και δεσμευμένη αλλά επίσης μόνη μιας και ο δεσμός που με κόπο συντηρεί την φυλακίζει, την βουλιάζει όλο και πιο πολύ στον βούρκο της αθεράπευτης ανίας της. Η συναναστροφή τους αυτή δεν είναι τίποτε άλλο από μία απελευθέρωση, από μία άλωση της μονότονης ζωής τους. Δραπετεύουν σαν να ήταν και οι δύο δεμένοι χειροπόδαρα σε μία άλλη πραγματικότητα που ούτε είχαν φανταστεί, για να αγκαλιάσουν την μοίρα τους, την τύχη τους.


Όλο το διήγημα είναι δομημένο και βασισμένο σε στοιχεία αδιαμφισβήτητα αυτοβιογραφικά μιας και ο Τσέχωφ τα περισσότερα βιβλία του τα εντάσσει σε ένα περιβάλλον κλειστό, μελαγχολικό και αποστασιοποιημένο από τον έξω κόσμο ακριβώς όπως ήταν και ο ίδιος. Εξάλλου δεν πέρασε και τα καλύτερα παιδικά χρόνια, από μικρός ένιωσε την πατρική αυστηρότητα, την βίαιη αφοσίωση και προσήλωση σε κάτι που δεν του αφέθηκε χρόνος να το γνωρίσει, για αυτό και έτρεμε την θρησκεία, η οποία του έγινε θηλιά στον λαιμό. Όλα του τα έργα αποπνέουν ένα άρωμα χρόνου που σταμάτησε σε μία χαμένη παιδική ηλικία που και ο ίδιος αναγνωρίζει πως ποτέ δεν έζησε. Όλη του η ζωή, η σύντομη ζωή του, πάσχει από αγάπη, χάσκει από έγνοια και τρυφερότητα κάτι όμως που προσπάθησε να μεταδώσει στις σκηνές που έπλασε στα έργα του και τα οποία έντυσε με μία ζεστασιά άγνωστη σε αυτόν, μόνο στο νου του ήθελε να την ζωγραφίσει και να την απεικονίσει.

Η μάχη με τους ανεμόμυλους (απόσπασμα από τον Δον Κιχώτη) - Μιγκέλ Θερβάντες



Ο Δον Κιχώτης πέρασε δεκαπέντε μέρες στη βολή του σπιτιού του, και ασχολιόταν με τις υποθέσεις του, χωρίς τίποτα να δείχνει ότι ήθελε να ξαναρχίσει τις τρέλες του. Όλο αυτό το διάστημα κουβέντιασε πολύ με το γεωργό, το χωριανό του, έναν καλοκάγαθο άνθρωπο, αλλά χωρίς πολύ μυαλό στο κεφάλι του. Από τα πολλά που του είπε, τις τόσες υποσχέσεις που του έκανε, στο τέλος έπεισε το δύστυχο χωρικό να μπει στη δούλεψή του ως ιπποκόμος.

Άνθρωποι χωρίς ταυτότητα - Στέλιος Χαραλαμπίδης


Σε αφιλόξενα και ταλαιπωρημένα περιβάλλοντα, για να ενσωματωθείς πρέπει να μετονομασθείς…

Ένα από τα τιμήματα της ξενιτιάς, είναι ν’ αλλάξεις και τ’ όνομα σου. Δεν θα ενδιαφέρει άλλωστε ποτέ κανέναν τ’ όνομα σου. Για κείνους όλους πάντα θα’ σαι ένας άγνωστος, μα για της δουλειάς γνωστός.

Θ’ ανταποκρίνεσαι ασυναίσθητα στο νέο σου κάλεσμα, ενώ θα νιώθεις όπως πάντα φρεσκοβαπτισμένος και φρεσκοπροδωμένος. Όταν θα τελειώνει η ατέλειωτη σου βάρδια, θα χαιρετάνε στο νυκτερινό φευγιό όλοι τους εγκάρδια, στη νέα σου πια γλώσσα. Που για να τη μάθεις, πόσα ελληνικά θα πρέπει να ξεχάσεις, να ‘ξερες μόνο πόσα..

Στη μοναχική σου επιστροφή, στο τρένο και στο λεωφορείο θα μπλέκεσαι με «συναδέλφους», με μαύρους, κίτρινους, λευκούς και μεθυσμένους. Μέσα σ’ αυτό το συνονθύλευμα από φάτσες και κουλτούρες, από χαρακτηριστικά και συμπεριφορές, είναι που σκέπτεσαι άπειρες φορές: πως όσο θες να ξεχωρίζεις, άλλο τόσο θα ενσωματώνεται ο εαυτός σου δίχως εσένα. Και σιγά σιγά σαπίζεις.

Ίσως δεν υπάρχει νόημα κανένα. Έτσι γινόταν πάντα, κι έτσι θα γίνεται για αυτούς που για κάθε εργασία θα βαπτίζονται ξανά. Θ’ αλλάζουνε παρέες, εμπάθειες και συνήθειες, μα οι μοναχικές επιστροφές τα βράδια θα’ ναι πάντα το ίδιο μπερδεμένες.

Έτσι θα γίνεται πια πάντα, γιατί γινήκαμε και εμείς σαν κι αυτούς, αφού αναπόφευκτα αισθανόμαστε σαν άνθρωποι χωρίς ταυτότητα…